Τάσος Λειβαδίτης
Εγχειρίδιο ευθανασίας
Εικονογράφηση: Τζένη Δρόσου
Ανέκδοτο

Μελλοντικά αριστουργήματα

 

 

 

 

 

 

 

Έτσι, για να μην αθετήσω  την υπόσχεσή μου, έπρεπε κάθε
νύχτα τώρα να ξεχνάω, σαν τους φτωχούς  που είναι έτοιμοι να
δεχτούν μ’ ένα οποιοδήποτε αντάλλαγμα – φτάνει να τους αφή-
σουν. Και για τους οποίους θα γράψω κάποτε μια ιστορία τόσο
τρυφερή
που δε θα βρίσκω το δρόμο.

Ο Πεισίστρατος

Όταν, τέλος, ύστερα από τόσα παρακάλια, η γυναίκα ξάπλωσε
και σήκωσε το φόρεμά της, εγώ προτίμησα να μαζέψω τα νομίσμα-
τα που έπεσαν  –  κι όλα αυτά για έναν  Πεισίστρατο, όπως  έλεγαν
το καφενείο όπου έπινα τα κονιάκ μου, κι ύστερα οι θαμώνες γελού-
σαν  καθώς  αποκοιμιόμουν στην  καρέκλα, αλλά τι να ‘κανα, που οι
νεκροί  κάθονται  άγρυπνοι  μες  τον ύπνο μας και  πρέπει να κοιμη-
θούμε και για κείνους…

Χρονοδιάγραμμα

Συχνά, θυμάμαι, οι μεγάλοι, όταν ήμουν παιδί, μιλούσαν για
το μέλλον μου. Αυτό γινόταν συνήθως στο τραπέζι. Αλλά εγώ
ούτε του πρόσεχα, ακούγοντας ένα πουλί έξω στο δέντρο.
Ίσως γι’ αυτό το μέλλον μου άργησε τόσο πολύ: ήταν τόσο
αναρίθμητα τα πουλιά και τα δέντρα.

Δυσδιάκριτες εργασίες

Κι η μητέρα, θυμάμαι, «όλη την ημέρα κάθεσαι», μου ‘λεγε
με καημό, «δεν κάθομαι, μητέρα», της απαντούσα.

Και πραγματικά απ’ το κοντινό νεκροταφείο ερχόταν μια μυ-
ρωδιά απαλή – σαν να ‘χε κι η ματαιότητα κάποιο νόημα.

Ζωή

Α, ζωή! Να ξένο καπέλο φορεμένο βιαστικά, μέσα στον πανικό
του βομβαρδισμού.

Σε χαμηλό τόνο

Έμενα  τότε στην  πιο  σκοτεινή  μεριά  του  σπιτιού,  θέλω  να
πω, εκεί που όλα θα εξηγηθούν  μια  μέρα –  τα βράδια  ερχόταν η
φτωχή  μοδίστρα,  γδυνόταν κι  έκλαιγε, «θέλω  να ζήσω  μια  ιστο-
ρία»,  έλεγε,  εγώ έκοβα με το ψαλίδι ωραίες περιπέτειες κι εκείνη
μου άφηνε λίγα χρήματα, ή όταν κάποιος πέθαινε, το νεκροταφείο
μου φαινότανε πιο μικρό  –  διηγούμαι, λοιπόν, όλο και πιο σιγανά,
αφού όλα είναι όνειρο
και μπορεί κάθε στιγμή να ξυπνήσεις.

Ηρεμία

Τι  μου χρειάζεται  η  φαντασία,  σκεφτόμουν,  οι εφημερίδες
έχουν κάθε μέρα τόσα συνταρακτικά – από τότε είμαι ήσυχος, πλέ-
νω τα δόντια  μου το βράδυ  και  παίρνω  το υπνωτικό μου με λίγο
γάλα,  όπως  διέταξε ο γιατρός.  Και το πρωί, ξεκούραστος και δρο-
σερός, διπλώνω το σεντόνι μου
όπως μετά από μια εκτέλεση.